Στην απάντησή του εκ μέρους της Κομισιόν, ο Επίτροπος Γιόργκενσεν επικροτεί τέτοιου είδους πρωτοβουλίες, αναφέροντας:
Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία επιταχύνει τη διείσδυση της ανανεώσιμης ενέργειας επειδή η εν λόγω μορφή ενέργειας εξυπηρετεί τόσο τους πολίτες όσο και το περιβάλλον: μειώνει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, βελτιώνει την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα και του περιβάλλοντος προς όφελος της υγείας και της ασφάλειας των πολιτών, μειώνει την εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα και ενισχύει την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης.
Τα έργα ανανεώσιμης ενέργειας μπορούν να ωφελήσουν τις τοπικές κοινότητες δημιουργώντας τοπικές θέσεις εργασίας και δημοτικά έσοδα και αποφέροντας άμεσα οφέλη στους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής. Η οδηγία για την ανανεώσιμη ενέργεια1 περιλαμβάνει την υποχρέωση των κρατών μελών να προωθούν τη δημόσια αποδοχή των έργων ανανεώσιμης ενέργειας μέσω της άμεσης και έμμεσης συμμετοχής των τοπικών κοινοτήτων στα εν λόγω έργα. Τον Δεκέμβριο του 2025, η Επιτροπή πρότεινε τη δέσμη μέτρων για τα ευρωπαϊκά δίκτυα2, η οποία περιλαμβάνει τομεακά μέτρα για τις διαδικασίες αδειοδότησης ενεργειακών υποδομών μεγάλης κλίμακας, καθώς και νέες απαιτήσεις για τη συμμετοχή του κοινού στο πλαίσιο της οδηγίας για την ανανεώσιμη ενέργεια, μεταξύ άλλων σε σχέση με τον επιμερισμό των οφελών.
Η χρήση της ανανεώσιμης ενέργειας συμβάλλει επίσης στον μετριασμό των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας3. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έχουν πολύ χαμηλό λειτουργικό κόστος και, όταν εισέρχονται στην αγορά, η φθηνότερη παραγωγή τους πωλείται πριν από τα πιο ρυπογόνα και δαπανηρά μέσα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, όπως, π.χ., το αέριο. Παραδείγματος χάρη, στην Ισπανία, λόγω της ανάπτυξης της αιολικής και της ηλιακής ενέργειας, οι δαπανηρές μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ορυκτά καύσιμα επιδρούν κατά 75 % λιγότερο στην τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας από το 2019 και μετά4. Η εξέλιξη αυτή ωφελεί κυρίως τα ευάλωτα και τα ενεργειακά φτωχά νοικοκυριά.
Η αξιολόγηση και η αδειοδότηση μεμονωμένων έργων όσον αφορά, μεταξύ άλλων, την τοποθεσία τους και τις πιθανές τους επιπτώσεις στο περιβάλλον ή την πολιτιστική κληρονομιά αποτελεί πρωτίστως αρμοδιότητα των εθνικών αρχών σύμφωνα με το δίκαιο της ΕΕ για την εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων και τη συμμετοχή του κοινού.

